Σύνδεσμος Παραγωγών & Εμπόρων Λιπασμάτων    
Πανόρμου 62 - 11523 - Αθήνα
+30 210 3224 872

Ημερίδα ΣΠΕΛ 2020: Θρέψη Φυτών: Αυξάνοντας την αξία της παραγωγής και του τροφίμου

Ο ΣΠΕΛ έχει μια παράδοση να διοργανώνει ημερίδες στην Agrotica.  Αυτή τη χρονιά όμως η ημερίδα είχε διαφορετική προσέγγιση. Στοχεύοντας στην ανάδειξη της διασύνδεσης της θρέψης των φυτών με την αλυσίδα παραγωγής  τροφίμων, πλαισιώθηκε από εκπροσώπους της πολιτικής ηγεσίας, της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας της χώρας, από εκπροσώπους της βιομηχανίας του τροφίμου, της διοίκησης, των καταστημάτων γεωργικών εφοδίων, των αγροτών, του τύπου καθώς και εκπροσώπους του κλάδου των λιπασμάτων. Σε μια κατάμεστη αίθουσα το Σάββατο 1.2.2020 πραγματοποιήθηκε ένας ουσιαστικός και ανοιχτός διάλογος, όπου το κύριο ερώτημα που τέθηκε ήταν «Μπορεί ένα αγροτικό προϊόν να πάρει προστιθέμενη αξία μέσω της λίπανσης;»

MICHALOPOULOS COSTAS 927
Ο Νίκος Κουτσούγερας εκ μέρους του ΣΠΕΛ, ανοίγοντας την ημερίδα τόνισε ότι «Η εφαρμογή της γνώσης στο χωράφι και η συνεργασία με τη βιομηχανία τροφίμων, έτσι ώστε να αναδειχτούν τα οφέλη της λίπανσης στην αύξηση της αξίας της αγροτικής παραγωγής, αποτελούν βασικούς άξονες όλων των πρωτοβουλιών του ΣΠΕΛ. Ο κλάδος των λιπασμάτων της χώρας μας έχει ήδη προσανατολιστεί στη δημιουργία αξίας του τελικού προϊόντος της γεωργικής παραγωγής, του τροφίμου. Ιδιαίτερα στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια παρατηρείται συστηματική υπολίπανση, με αποτέλεσμα αυτή η συνεχής μείωση της χρήσης λιπασμάτων να προκαλεί  υποβάθμιση της γονιμότητας των εδαφών και μείωση της παραγωγής, με σοβαρό αντίκτυπο και στην ποιότητα των παραγόμενων τροφίμων. Συνεπώς είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της αειφορικής και πράσινης ανάπτυξης, να διαμορφωθούν εκείνες οι πολιτικές και στρατηγικές που θα ενισχύσουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των εδαφικών μας πόρων και θα ενισχύουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των καλλιεργειών. Προς αυτή την κατεύθυνση η σύνδεση όλων των εμπλεκομένων του χώρου μπορεί να συνδράμει στην επίτευξη των στόχων της Ελληνικής Γεωργίας »
 
 
 
MICHALOPOULOS COSTAS 934Την ημερίδα χαιρέτισε, αλλά και τοποθετήθηκε σχετικά με το θέμα της, ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΑΑΤ, Δρ. Στρατάκος Γιώργος. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στη συνολική στρατηγική του ΥΠΠΑΤ δήλωσε ότι «Στόχος του Υπουργείου είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής και η αύξηση του εισοδήματος του Έλληνα παραγωγού. Δεδομένου των απαιτήσεων των διεθνών αγορών τα αγροτικά προϊόντα πρέπει να είναι τυποποιημένα, ασφαλή και υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών».  Χαρτογραφώντας δε τον κλάδο των λιπασμάτων της χώρας, ανέφερε ότι «Η συμμετοχή των λιπασμάτων στο κόστος παραγωγής υπολογίζεται στο 7,9% (με τα πιο πρόσφατα στοιχεία), ενώ η κατανάλωση λιπασμάτων ανέρχεται στους 820.000 τόνους, εκ των οποίων το 80% είναι ανόργανα λιπάσματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, δηλαδή, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας παρατηρείται έντονη μείωση της χρήσης λιπασμάτων από τους αγρότες. Η ανεπαρκής λίπανση διαταράσσει το ισοζύγιο των θρεπτικών στοιχείων τόσο στα φυτά όσο και στο έδαφος και προκαλεί υποβάθμιση της γονιμότητας των εδαφών και μείωση της παραγωγής, με σοβαρό αντίκτυπο και στην ποιότητα των  παραγόμενων προϊόντων. Τα προϊόντα λίπανσης αποτελούν βασικό συντελεστή της αγροτικής παραγωγής. Είναι μια από τις πλέον καθοριστικές εισροές για την αύξηση των αποδόσεων και την παραγωγή προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας. Το ΥΠΑΑΤ στηρίζει όλες τις δράσεις που διασφαλίζουν και ενδυναμώνουν τον πρωτογενή τομέα.»
 
MICHALOPOULOS COSTAS 951Στη συνέχεια, ο Δρ. Μυλωνάς Ιωάννης,  Δόκιμος Ερευνητής στη Γενετική Βελτίωση Σιτηρών, Ινστιτούτο Γενετικής, Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων του ΕΛΓΟ – Δήμητρα, παρουσίασε σε μια αναλυτική εισήγηση τη σημασία της ορθολογικής λίπανσης στην απόδοση και στην ποιότητα των χειμερινών σιτηρών, δίνοντας συγκεκριμένα στοιχεία για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σκληρού και μαλακού σιταριού, καθώς και του κριθαριού και πως αυτά επηρεάζονται από τη λίπανση.  Συγκεκριμένα, στην παρουσίαση του ανέφερε ότι «Η σπουδαιότητα της καλλιέργειας των χειμερινών σιτηρών  στη χώρα μας, αποδεικνύεται από την έκταση που καταλαμβάνουν στη συνολική καλλιεργούμενη έκταση. Συγκεκριμένα, από τα 32,35 εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργούμενης έκτασης της χώρας, τα χειμερινά σιτηρά καταλαμβάνουν περισσότερο από 20%, με το Σκληρό σιτάρι να καλλιεργείται σε ένα εύρος 3,5-4,5 εκατ. στρεμμάτων. Το σημαντικότερο ποιοτικό χαρακτηριστικό στο σκληρό σιτάρι είναι η περιεκτικότητα του σε πρωτεΐνη. Η συγκέντρωση της πρωτεΐνης στο σκληρό σιτάρι εξαρτάται κυρίως από την ποικιλία και την αζωτούχο λίπανση. Πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι η αζωτούχος λίπανση αυξάνει τόσο την απόδοση της καλλιέργειας όσο και την αύξηση της πρωτεΐνης. Συνεπώς, η υψηλή ποιότητα και η μεγάλη απόδοση των χειμερινών σιτηρών επιτυγχάνεται μόνο μέσω της ορθολογικής χρήσης των λιπασμάτων. 
 
Η κοινή πρακτική λίπανσης στο σιτάρι είναι 8-16 μονάδες Ν, 3-6 μονάδες P2O5 και 2-3 μονάδες K2O. Έχει αποδειχτεί ότι 1 μονάδα Ν θα δώσει 30-35 kg σπόρων. Συνεπώς είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό της ποσότητας αζώτου που θα προστεθεί να ληφθεί υπόψη και η αναμενόμενη απόδοση των  σιτηρών. Αντίστοιχα στο κριθάρι κοινή πρακτική λίπανσης περιλαμβάνει 7-12 μονάδες Ν, 3-5 μονάδες P2O5 και 2-3 μονάδες K2O.
MICHALOPOULOS COSTAS 901Για τον προσδιορισμό της λίπανσης (τύπος, τρόπος, χρόνος, ποσότητα), ώστε να εξασφαλιστεί υψηλή ποιότητα και απόδοση, σημαντικό ρόλο παίζουν τα χαρακτηριστικά του εδάφους (μηχανική σύσταση, pH κ.ά.), η γονιμότητα του, η προηγούμενη καλλιέργεια, η ποικιλία, η άρδευση, η βροχόπτωση, η εδαφική υγρασία, η αναμενόμενη απόδοση κτλ.
Για το σιτάρι βέλτιστες θεωρούνται τρεις εφαρμογές αζώτου, ενώ για το κριθάρι δυο.  Συγκεκριμένα στο σιτάρι συνιστάται η 1η εφαρμογή λίπανση (25% του Ν) να γίνεται στη σπορά, η 2η εφαρμογή (50% του Ν) από μέση-τέλος αδελφώματος έως έναρξη καλαμώματος και η 3η εφαρμογή (25% του Ν) από το 2ο γόνατο του καλαμώματος και εφόσον υπάρχει επάρκεια νερού έως και λίγο πριν το ξεστάχυασμα. Όλες οι μονάδες φωσφόρου και καλίου στο σιτάρι προστίθενται στη βασική λίπανση της καλλιέργειας, δηλαδή κατά την σπορά. Αντίστοιχα,  στο κριθάρι 1/3 από τις απαιτούμενες μονάδες Ν και όλες οι μονάδες Ρ προστίθενται στη βασική λίπανση με τη σπορά, ενώ οι υπόλοιπες μονάδες Ν επιφανειακά, στις αρχές της άνοιξης ή στο τέλος του χειμώνα. 
Τα κύρια συμπεράσματα της παρουσίασης του Δρ. Μυλωνά Ιωάννη ήταν: «Η υψηλή ποιότητα και η μεγάλη απόδοση στα χειμερινά σιτηρά επιτυγχάνεται μέσω της ορθολογικής λίπανσης, η οποία στοχεύει στην αντικατάσταση των θρεπτικών στοιχείων που απομακρύνθηκαν από την συγκομιδή ή τυχόν απώλειες (π.χ. έκπλυση) και στην αύξηση της διαθεσιμότητας θρεπτικών στοιχείων για τα οποία εμφανίζονται ελλείψεις. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υψηλή απόδοση και ποιότητα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα θρεπτικά στοιχεία που βρίσκονται σε ανεπάρκεια, η ορθολογική λίπανση με βάση τις ανάγκες τις καλλιέργειας είναι απαραίτητη για μια αειφορική και φιλική προς το περιβάλλον γεωργία. Η συνεργασία μεταξύ της βιομηχανίας Τροφίμων και Λιπασμάτων και των Ερευνητικών φορέων είναι αναγκαία για την προσέγγιση των στόχων.»
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε, με συντονιστές το Διευθυντή της Agrenda κ. Πανάγο και Ομότιμο Καθηγητή κ. Eλευθεροχωρινό, ανοιχτή συζήτηση με εκπροσώπους της βιομηχανίας τροφίμων, με σκοπό να αναλυθούν οι ανάγκες τους και η πρακτική τους εμπειρία.
 
MICHALOPOULOS COSTAS 1015Ο κ. Θεοχαρίδης Κώστας, Γεωπόνος - Διευθυντής Αγορών Πρώτων Υλών της Barilla Hellas AE, τοποθετήθηκε για τις ειδικές απαιτήσεις της βιομηχανίας ζυμαρικών, καθώς και για το σημείο σύνδεσης της βιομηχανίας των ζυμαρικών με τον κλάδο των λιπασμάτων. Συγκεκριμένα ανέφερε  ότι «Η βιομηχανία ζυμαρικών θεωρείται βαριά βιομηχανία στην κατηγορία των τροφίμων. Τα ζυμαρικά έχουν μια διπλή μεταποίηση, ξεκινάμε από το σιτάρι που γίνεται σιμιγδάλι και στη συνέχεια το σιμιγδάλι γίνεται ζυμαρικά. Η παραγωγή τους όμως στηρίζεται σε μια απλή συνταγή: Τα ζυμαρικά γίνονται από σιμιγδάλι σκληρού σίτου και νερό.  Συνεπώς η ποιότητα της πρώτης ύλης, του σκληρού σιταρίου, είναι η καθοριστική παράμετρος για ποιοτικά ζυμαρικά, δεδομένου ότι η βιομηχανική διαδικασία που ακολουθεί δεν μπορεί να την βελτιώσει.
Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σκληρού σιταριού συνδέονται άμεσα με τα τελικά ποιοτικά χαρακτηριστικά των ζυμαρικών. Πιο συγκεκριμένα, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που καθορίζει την ποιότητα των ζυμαρικών είναι η αντοχή στον βρασμό και αυτό διασφαλίζεται από την υψηλή ποσότητα πρωτεΐνης του σκληρού σιταριού. Η πρωτεΐνη δίνει αυτό που λένε οι Ιταλοί “al dente”, δηλαδή τη σκληρότητα μετά το βρασμό στα ζυμαρικά.
 
 

MICHALOPOULOS COSTAS 922Και σε αυτό το σημείο είναι η κύρια σύνδεση της βιομηχανίας των ζυμαρικών με τον κλάδο των λιπασμάτων: Η πρωτεΐνη είναι συνδεδεμένη με τη συγκέντρωση αζώτου στο σκληρό σιτάρι. Και αυτό ρυθμίζεται από την ποσότητα, τον τύπο και το χρόνο της παροχής αζώτου στην καλλιέργεια. 
Για να επιτευχθεί η βέλτιστη συγκέντρωση πρωτεΐνης στο σκληρό σιτάρι, είναι σημαντικό να εφαρμόζονται οι αρχές της ορθολογικής λίπανσης: να εφαρμόζεται δηλαδή η αζωτούχος λίπανση στην κατάλληλη ποσότητα, ο κατάλληλος τύπος την κατάλληλη χρονική περίοδο και με τον κατάλληλο τρόπο εφαρμογής.»
Εννοείται ότι δεν παραλείπονται τα άλλα βασικά στοιχεία θρέψης της καλλιέργειας τα οποία θα συμβάλλουν στην καλή ανάπτυξη της φυτείας όπως και οι άλλες φροντίδες προστασίας της καλλιέργειας, προκειμένου να έχουμε και υψηλή στρεμματική απόδοση. Ο αγρότης για να παράγει προϊόν με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που επιθυμεί να παραλάβει η βιομηχανία τροφίμων, είναι αναγκαίος τόσο ο προσανατολισμός όσο και εκπαίδευσή του, με ακρίβεια και καθοδήγηση σε όλα τα στάδια παραγωγής.»
Στη συνέχεια ο κ. Θεοχαρίδης Κώστας ανέφερε το πώς οι αγρότες εισπράττουν την προστιθέμενη αξία των αγροτικών προϊόντων που παράγονται με βάση τις ποιοτικές προδιαγραφές που θέτει η βιομηχανία ζυμαρικών. «Όπως γνωρίζουμε, έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι όταν έχουμε υψηλή παραγωγικότητα έχουμε και χαμηλή ποιότητα, ωστόσο στην πράξη αυτό αναιρείται, αφού όταν εφαρμοστούν βέλτιστες πρακτικές επιτυγχάνονται και υψηλές αποδόσεις και υψηλή ποιότητα. Εντέλει, ο παραγωγός θα πρέπει να θέλει να πάρει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από το χωράφι του, βάζοντας στην εξίσωση την υψηλή στρεμματική απόδοση αλλά με εξαιρετική ποιότητα. Αυτό θα τον οδηγήσει σε υψηλότερες αποδοχές κατά 10% ή και 20%, διότι με τα κιλά παίρνει την “τιμή” και με την ποιότητα παίρνει την “υπεραξία” (ποιοτικό πριμ).»

MICHALOPOULOS COSTAS 1030Ακολούθησε ο Δρ. Κωτούλας Βασίλης,  Προϊστάμενος Συμβολαιακής Γεωργίας της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας ΑΕ, όπου στην τοποθέτησή του ανέδειξε το κύρια προβλήματα που αντιμετώπισε η βιομηχανία κατά την προμήθεια του κριθαριού για βυνοποίηση και ανέπτυξε το πως η λίπανση μπορεί να ενισχύσει τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του κριθαριού. Συγκεκριμένα ανέφερε «Δύο είναι οι σημαντικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Αθηναϊκή Ζυθοποιία από το 2008 που ξεκίνησε το πρόγραμμα της συμβολαιακής γεωργίας και της προμήθειας ελληνικού κριθαριού. Αρχικά η ρύθμιση της συγκέντρωσης πρωτεΐνης στον καρπό του κριθαριού με την ταυτόχρονη αύξηση των στρεμματικών αποδόσεων και κατά δεύτερο η αύξηση του μεγέθους των κόκκων. Η βιομηχανία της ζυθοποιίας, για να επιτύχει τους ποιοτικούς στόχους της ζητά η συγκέντρωση της πρωτεΐνης στις ποικιλίες κριθαριού που προορίζονται για βυνοποίηση να είναι μεταξύ 9,5-11,5% και ταυτόχρονα στοχεύει σε αύξηση των αποδόσεων. Ο ρόλος της λίπανσης είναι καθοριστικός για την επίτευξη του διπλού αυτού στόχου. Τι σημαίνει αυτό? ….πρέπει να δοθεί έμφαση στη διαχείριση της αζωτούχου λίπανσης, ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ της απόδοσης σε καρπό και του επιπέδου της ποιότητας. Συγκεκριμένα, η ισορροπημένη αζωτούχος λίπανση στο κατάλληλο στάδιο του κριθαριού μπορεί να εξασφαλίσει υψηλές αποδόσεις, χωρίς να αυξήσει το ποσοστό της πρωτεΐνης πέρα από τα επιθυμητά για τη ζυθοποιία επίπεδα.
MICHALOPOULOS COSTAS 1000Αντίστοιχα, το μέγεθος των κόκκων, η κατανομή του μεγέθους τους, καθώς και η υψηλή αναλογία αμύλου προς πρωτεΐνη είναι μεταξύ των σημαντικότερων ποιοτικών χαρακτηριστικών για το κριθάρι βυνοζυθοποιίας. Οι βυνοποιίες και οι ζυθοποιίες έχουν καιρό αναγνωρίσει θετική σχέση μεταξύ του μεγέθους / βάρους του καρπού και της απόδοσης σε εκχύλισμα βύνης. Αυτό είναι κρίσιμο επειδή η ποσότητα του εκχυλίσματος καθορίζει την ποσότητα μπύρας που θα παραχθεί. Το πάχος του κόκκου υπολογίζεται ως το ποσοστό % των κόκκων με διάμετρο μεγαλύτερη από 2,5mm. Η επίδραση της καλιούχου λίπανσης στο μέγεθος του κόκκου έχει βρεθεί ότι είναι σημαντική, βελτιώνοντας το ποσοστό των μεγαλύτερων κόκκων. Δηλαδή το κάλιο επηρεάζει το βάρος των κόκκων που μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως, εξαιτίας της βελτιωμένης δημιουργίας φωτοσυνθετικών προϊόντων στα φύλλα, την ενισχυμένη μεταφορά τους στο καρπό μαζί με την επαρκή διαθεσιμότητα νερού στην καλλιέργεια, αφού το κάλιο επηρεάζει σημαντικά την ισορροπία του νερού εντός της καλλιέργειας. Επίσης, το κάλιο επιτρέπει στο φυτό να χρησιμοποιεί το διαθέσιμο νερό πιο αποτελεσματικά και αυτό εξασφαλίζει καλύτερες αποδόσεις.»
Η βιομηχανία έχει παρατηρήσει σε μετρήσεις που έχει πραγματοποιήσει στα ελληνικά εδάφη ότι υπάρχει έλλειψη καλίου ειδικά σε εδάφη που δεν γίνεται αμειψισπορά. Συνεπώς, η προσθήκη καλίου, όπου και όταν απαιτείται μπορεί να συντελέσει στην αύξηση του μεγέθους του κόκκου, άρα και στην απόδοση, εξασφαλίζοντας για την παραγωγή καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά.»

MICHALOPOULOS COSTAS 1048Στη συνέχεια ο κ. Τούσιας Βασίλης, Υπεύθυνος Γεωπόνος της ΒΙΟΛΑΡ ΑΕ, τοποθετήθηκε για την επίδραση της λίπανσης στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του βαμβακιού, καταθέτοντας τη δική του γνώση και εμπειρία στο αντικείμενο. Συγκεκριμένα ανέφερε «Όπως σε όλες τις καλλιέργειες, έτσι και στο βαμβάκι δεν είναι δυνατό κανείς να κάνει ποσότητα και ποιότητα χωρίς λίπασμα. Ειδικά το βαμβάκι, αποτελεί μια πολυπαραγοντική καλλιέργεια, όπου τα ποιοτικά χαρακτηριστικά επηρεάζονται από το γενετικό υλικό, το νερό, τις καλλιεργητικές πρακτικές και τις συνθήκες θρέψης της καλλιέργειας. Ωστόσο στο βαμβάκι οι μελέτες σύνδεσης των ποιοτικών χαρακτηριστικών με τα θρεπτικά στοιχεία είναι περιορισμένες, παρόλο που η σύνδεση αυτή είναι δεδομένη. Έχει όμως αποδειχτεί ότι η ισορροπημένη θρέψη του βαμβακιού αυξάνει την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού παραγωγής της καλλιέργειας. Επίσης, το ειδικό βάρος του βαμβακιού επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη λίπανση. Η βιομηχανία έδωσε για πρώτη φορά τη φετινή χρονιά στους αγρότες πριν ποιότητας, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ποιότητα αποτελεί βασική προτεραιότητα.»
 
 
MICHALOPOULOS COSTAS 1104Στη δεύτερη ενότητα της Ημερίδας του ΣΠΕΛ, ο Αν. Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών από το Εργαστήριο Δενδροκομίας κ. Ρούσσος Πέτρος, παρουσίασε την Αξία της Θρέψης στην ανάπτυξη, το ύψος και την ποιότητα της παραγωγής των καρποφόρων δέντρων. Σύμφωνα με την ομιλία του «Κάθε ζωντανός οργανισμός για να αναπτυχθεί και να μεγαλώσει απαιτεί την πρόσληψη θρεπτικών στοιχείων. Τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε διάφορες μορφές και προσλαμβάνονται από διαφορετικές πηγές. Ο άνθρωπος προσλαμβάνει τα θρεπτικά στοιχεία που απαιτούνται για τη σωστή ανάπτυξή του από τα τρόφιμα φυτικής και ζωικής προέλευσης. Λαμβάνοντας υπόψη λοιπόν ότι τα φυτά χρειάζονται και αυτά θρεπτικά στοιχεία για να μεγαλώσουν, είναι εύστοχη η φράση «το λίπασμα είναι η τροφή της τροφής μας».
Τα θρεπτικά στοιχεία που απαιτούνται από τα φυτά χωρίζονται σε μάκρο-στοιχεία και ίχνο-στοιχεία, ανάλογα με τη συγκέντρωσή τους στους φυτικούς ιστούς. Τα στοιχεία αυτά τα προσλαμβάνει από το έδαφος ή από τα φύλλα υπό διάφορες μορφές, ενώ η πιο σημαντική πηγή τροφοδοσίας είναι η παροχή λιπασμάτων. Τα θρεπτικά στοιχεία παίζουν σημαντικό ρόλο σε πολλές φυσιολογικές και βιοχημικές διεργασίες, όπως τη φωτοσύνθεση, την καρπόδεση, την ανάπτυξη του καρπού κ.ά.  Σύμφωνα με το νόμο του ελαχίστου, το στοιχείο που τελικά καθορίζει την τελική ανάπτυξη και ευρωστία των φυτών είναι εκείνο το οποίο βρίσκεται σε έλλειψη, υποδεικνύοντας ότι για τη σωστή ανάπτυξη των φυτών και καρποφορία, όλα τα θρεπτικά στοιχεία θα πρέπει να βρίσκονται στις βέλτιστες συγκεντρώσεις.
Για να επιτευχθεί όμως η άριστη αυτή συγκέντρωση θα πρέπει να γνωρίζουμε τόσο τις βέλτιστες συγκεντρώσεις των στοιχείων αυτών στα φυτά όσο και να μπορούμε να τις προσδιορίσουμε. Σημαντικά εργαλεία για το σκοπό αυτό είναι η ανάλυση εδάφους, η φυλλοδιαγνωστική, η εμφάνιση των καλλιεργειών και οι διάφοροι συνδυασμοί τους. Γνωρίζοντας λοιπόν τι χρειάζεται ένα φυτό, είμαστε σε θέση να του το παρέχουμε, εφόσον όμως τηρήσουμε τους κανόνες της ορθής λίπανσης, βασιζόμενοι στη σωστή δόση λιπάσματος, στο σωστό χρόνο εφαρμογής του, με το σωστό τρόπο και με τη σωστή μορφή και ισορροπία θρεπτικών στοιχείων.
MICHALOPOULOS COSTAS 921Οι δενδρώδεις καλλιέργειες είναι ιδιαίτερα απαιτητικές σε θρεπτικά στοιχεία για την επίτευξη υψηλής παραγωγής, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής θρεπτικών στοιχείων μέσω της χρήσης λιπασμάτων επιβάλλουν  την  επάρκεια αζώτου, ψευδαργύρου, βορίου, φωσφόρου, μαγνησίου και σιδήρου με την έναρξη της βλάστησης, ενώ προανθικά θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμο τόσο βόριο, όσο και φώσφορος και άζωτο. Κατά την πορεία ωρίμανσης του καρπού απαιτούνται ικανοποιητικές συγκεντρώσεις καλίου, ασβεστίου και αζώτου ενώ τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει αναπτυχθεί στη μετασυλλεκτική (ή μετα-συγκομιστική) λίπανση, που στο πλείστο των περιπτώσεων αφορά εφαρμογές αζώτου, βορίου και ψευδαργύρου. Αυτές βέβαια είναι αδρές βασικές αρχές, οι οποίες τροποποιούνται ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και με το στόχο αυτής. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι μια μεγάλη ενδεχόμενη παραγωγή, μετά από υψηλή καρπόδεση, απαιτεί και αυξημένες εισροές θρεπτικών στοιχείων, ενώ ταυτόχρονα με τη φετινή παραγωγή θα πρέπει να φροντίζουμε να καλύπτουμε και τις απαιτήσεις για βέλτιστη έκπτυξη οφθαλμών και καρπόδεση της επόμενης χρονιάς.
Η αξία της σωστής θρέψης των καρποφόρων δένδρων βασίζεται στην επίδρασή τους τόσο στην αύξηση του δένδρου όσο και στα ποιοτικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά των καρπών, καθώς πολλές φορές υπό έλλειψη θρεπτικών στοιχείων εμφανίζονται παραμορφώσεις καρπών, τραχιά επιφάνεια φλοιού, φελλώδεις βυθισμένες περιοχές στη σάρκα των καρπών, μικροκαρπία, υπανάπτυκτα έμβρυα (στην περίπτωση των ακροδρύων), χαμηλή ελαιοπεριεκτικότητα (στην ελιά), έκκριση κόμμεος (ροδακινιά, αμυγδαλιά), μικρή περίοδο συντήρησης στα ψυγεία και μαλακή σάρκα (μήλα, αχλάδια, ακτινίδια) κτλ. Παράλληλα όμως επηρεάζονται και λειτουργικά χαρακτηριστικά όπως η συγκέντρωση σε βιταμίνη C, σε καροτινοειδή, στις φαινολικές και αντιοξειδωτικές ενώσεις και στην οξειδωτική σταθερότητα του προϊόντος κ.ά.
Το λίπασμα είναι λοιπόν η τροφή της τροφής μας, αλλά και πολύ περισσότερα. Είναι το βασικό θεμέλιο αύξησης, ανάπτυξης και καρποφορίας των δένδρων, προσφέροντας όλα εκείνα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία για την επίτευξη μιας παραγωγής υψηλής οικονομικής αλλά και θρεπτικής αξίας.»

MICHALOPOULOS COSTAS 1119Στη συνέχεια, στην ανοιχτή συζήτηση που ακολούθησε ο κ. Παρασκευόπουλoς Αντώνης, Γεωπόνος - Διευθυντής της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Τριφυλίας τοποθετήθηκε για τις πρακτικές που εφαρμόζονται από τους αγρότες στην ελαιοκαλλιέργεια στη Νότια Ελλάδα, καθώς και για τις παραμέτρους που επιδρούν στο σχεδιασμό των προγραμμάτων λίπανσης. 
Συγκεκριμένα ανέφερε: «Το ερώτημα της ημερίδας αυτής έχει ειδική βαρύτητα ειδικά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά σαν τη φετινή για τις δενδρώδεις καλλιέργειες, αφού οι τιμές των αγροτικών προϊόντων δεν είναι οι ενδεδειγμένες, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί στους αγρότες αναστολές γύρω από τη θρέψη.  Και εδώ, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική γίνεται το μεγάλο λάθος. Το ερώτημα είναι το εξής: «Πρέπει να υπολιπαίνουμε ή να λιπαίνουμε σωστά ώστε κάθε χρόνο να έχουμε αυξημένη και ποιοτική παραγωγή? Αν και η απάντηση είναι προφανής, η εισροή που κόβει πρώτα ο αγρότης σε περιπτώσεις οικονομικών δυσκολιών είναι το λίπασμα! Παρόλο που το λίπασμα συμμετέχει σημαντικά στην αύξηση των αποδόσεων και στη βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής.
Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα: αν εφαρμοζόταν στα 100 εκατομμύρια ελαιόδεντρα της Νότιας Ελλάδας, έστω μια λίπανση συντήρησης 2 κιλών/ δέντρο (με βάση τις καμπύλες απορρόφησης των θρεπτικών στοιχείων στη συγκεκριμένη καλλιέργεια και με αναλογία N:P:K 3:1:2), θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται 200.000 τόνοι λιπάσματος. Και αυτό το νούμερο είναι μόνο για την κάλυψη των ελάχιστων αναγκών θρέψης των δέντρων της Ελίας στη Νότια Ελλάδα! Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία του ΣΠΕΛ, η συνολική κατανάλωση στην περιοχή και για όλες τις καλλιέργειες το 2019 είναι 136.000 τόνοι., μειωμένη κατά 50.000 τόνους σε σχέση με πέρυσι και 65.000 τόνους χαμηλότερη όταν προσθέτουμε και την Κρήτη!  Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής, δηλαδή της μείωσης της χρήσης λιπασμάτων, θα είναι η περαιτέρω μείωση της παραγωγής και της ποιότητας της καλλιέργειας.
MICHALOPOULOS COSTAS 1115Ο σχεδιασμός ενός σωστού και ορθολογικού προγράμματος λίπανσης αποτελεί μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία που χρειάζεται πολύ γνώση και εμπειρία. Τα κύρια εργαλεία, για το σκοπό αυτό, που έχουν οι γεωπόνοι στη διάθεσή τους είναι οι εδαφολογικές αναλύσεις και η φυλλοδιαγνωστική. Τα αποτελέσματα αυτών των αναλύσεων θα κατευθύνουν, αλλά και θα τα συσχετιστούν έτσι ώστε να συγκροτήσουμε το πρόγραμμα λίπανσης. Παράλληλα είναι ιδιαίτερα σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι, όπως κλιματικά δεδομένα, πχ ύψος βροχόπτωσης, αν η καλλιέργεια είναι ξηρική ή αρδευόμενη, καλλιεργητικές πρακτικές, τις καμπύλες απορρόφησης των θρεπτικών στοιχείων στα κρίσιμα στάδια της κάθε καλλιέργειας, περιπτώσεις καταπονήσεων και στρες, το ύψος παραγωγής. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα κλιματικά δεδομένα, σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα πρέπει για κάθε 100mm νερού να προσθέτουμε 100g αζώτου, δηλαδή κατά την κατάρτιση του πλάνου λίπανσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στη Δυτική Ελλάδα φέτος είχαμε 1300mm άρα θέλουμε 1 κιλό άζωτο. Αλλά και ακόμη και για τους ισχυρισμούς υγείας για το λάδι, ερευνητικά δεδομένα έχουν δείξει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος του καλίου και του φωσφόρου στην αύξηση των πολυφαινολών. Συνεπώς είναι απαραίτητο τα προγράμματα λίπανσης να προσαρμοστούν, να σταματήσουν οι παλιές λογικές και να υιοθετήσουν τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα. 
Από την πλευρά του ο κ. κ. Μοναστηρίδης Δημήτρης – Γεν. Διευθυντής, της Νοnagreen AE, ανέφερε ότι «Στη δενδροκομία υπάρχει το εξής βασικό χαρακτηριστικό, η λίπανση δεν καθορίζει την ποιότητα και την ποσότητα της παραγωγής μόνο της τρέχουσας χρονιάς, αλλά και των επόμενων και για αυτό η σημασία της ορθολογικής θρέψης των καρποφόρων δέντρων είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ωστόσο αυτό που παρατηρείται στην Κεντρική Μακεδονία, είναι μια συνεχής μείωση της χρήσης λιπασμάτων, με αποτέλεσμα να παρατηρείται αντίστοιχη υποβάθμιση της παραγωγής.»
 
Κλείνοντας την ημερίδα εκτός από τα επιμέρους συμπεράσματα τονίστηκε ότι
H βιομηχανία τροφίμων ζητά συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά από τα αγροτικά προϊόντα, τα οποία μπορούν να επιτευχθούν και να ενισχυθούν εφαρμόζοντας τις αρχές τις ορθολογικής θρέψης των καλλιεργειών.
Η αξία των αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων αυξάνεται με τη σωστή θρέψη των καλλιεργειών.
Οι κοινές δράσεις μεταξύ εταιρειών λιπασμάτων, εταιρειών μεταποίησης και τροφίμων, καθώς και ερευνητικών φορέων είναι ο μόνος δρόμος για την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας.
Έχει ιδιαίτερη σημασία όλοι οι συντελεστές του χώρου να συνδράμουν με τον τρόπο τους, ώστε να μεταφερθεί η γνώση στον αγρότη και να αναδειχτούν τα καλά παραδείγματα.
 
 MICHALOPOULOS COSTAS 1123